ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΑΣΩΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

Κατηγορία: ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΙ

     Τα τελευταία χρόνια, ακούγοντας τους πολιτικούς αρχηγούς να μεγαλοστομούν στην ΔΕΘ, αναγκάζομαι να τους χαρακτηρίσω τουλάχιστον πολιτικά ανεπαρκείς. Ο Ελληνικός λαός περιμένει χρόνια τώρα μια ειλικρινή συγγνώμη, μια από καρδιάς απολογία, μια διευκρίνηση με απόλυτη σαφήνεια των όσων συνέβησαν την τελευταία δεκαετία και οδήγησαν την Ελλάδα σε δυσμενή δημοσιονομικά μονοπάτια. Δεν το κάνουν, είτε γιατί είναι όλοι συμμέτοχοι του εγκλήματος, είτε γιατί δεν διαθέτουν το πολιτικό σθένος να αντιμετωπίσουν την διεθνή κατάσταση πρόσωπο με πρόσωπο, καταγγέλλοντας τα όσα ευτράπελα συνέβησαν πριν τα ομολογήσουν αυτοί οι ίδιοι που τα διέπραξαν.

     Την τελευταία καταγγελία και ταυτόχρονα προφητική δήλωση που έγινε με αρκετό πολιτικό θάρρος, την είχε κάνει ο Ανδρέας Παπανδρέου κατά τη διάρκεια της συνέντευξης Τύπου στη Σύνοδο Κορυφής των Καννών το 1995. Μια δήλωση που όπως φαίνεται επιβεβαιώθηκε πλήρως από τα γεγονότα που ακολούθησαν. Τότε, λοιπόν, ο πρωθυπουργός της Ελλάδας είχε προβλέψει, την αποδυνάμωση των δημοκρατικά εκλεγμένων κυβερνήσεων προς όφελος ενός ευρωπαϊκού διευθυντηρίου με επικεφαλής την ενοποιημένη Γερμανία, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι η Ευρώπη οδηγείται σε ένα είδος συρρίκνωσης της εθνικής δύναμης, στο βωμό κρίσεων και  συμφερόντων με ένα σαφές σχέδιο για τη μηδενοποίηση των εθνικών κυβερνήσεων οι οποίες δεν θα μπορούν να παίξουν δημοκρατικά αποτελεσματικό ρόλο, αλλά θα υπόκεινται στις κατευθύνσεις που μας δίνει το διευθυντήριο. Προφητεία μεν εκείνης της εποχής, δεδομένο όμως της σημερινής πραγματικότητας μιας και αποδεικνύεται ολοένα και περισσότερο ότι οι Βρυξέλλες προωθούν σήμερα τον μετασχηματισμό της ΕΕ σε ιμπεριαλιστικό οργανισμό προωθημένης καπιταλιστικής ολοκλήρωσης επιβάλλοντας μια «δικτατορία» των μονοπωλίων όπως ακριβώς εκφράστηκαν με την άνοδο του χιτλεροφασισμού.

    Κάπου στα 2015, η Ελλάδα αθέτησε την υποχρέωσή της προς το ΔΝΤ. Κάποιοι τότε δήλωσαν ότι απλά η Χώρα περιήλθε σε καθεστώς ληξιπρόθεσμων οφειλών. Ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία όπου ένα ανεπτυγμένο κράτος αδυνατούσε να πληρώσει δόση ύψους 1,6 δις ευρώ στο ΔΝΤ.

     Πολλές φορές αναρωτήθηκα πότε και γιατί ξεκίνησε η οικονομική κατρακύλα της Ελλάδας. Γιατί σίγουρα δεν περιήλθε απλά σε ένα σύνηθες καθεστώς ληξιπρόθεσμων οφειλών αλλά σε ένα επικίνδυνο προοίμιο πτώχευσης. Το ερώτημα που με βασανίζει ακόμη και σήμερα είναι αν οδηγηθήκαμε ή μας οδήγησαν σε αυτή την κατάσταση. Θεωρώ μάλλον σίγουρο ότι, στο πείραμα επικυριαρχίας της ΟΝΕ, οι ευρωπαίοι χρειαζόταν ένα πειραματόζωο προκειμένου να διαπιστώσουν τις συμπεριφορές του νέου χρηματοπιστωτικού σεναρίου, και εμείς «ευχαρίστως» δεχτήκαμε αυτόν τον ρόλο σε ανταπόδοση της παράτυπης ένταξής μας στην Ευρωζώνη.

     Προσχωρήσαμε λοιπόν στην Ευρωζώνη το 2001 παρά το γεγονός ότι ορισμένοι θεωρούσαν και θεωρούν ακόμη και σήμερα ότι αυτή η ένταξη ευθύνεται εν μέρει για την παρ’ ολίγο κατάρρευση της οικονομίας μας. Προφανώς παραβλέποντας το γεγονός ότι τα διαρθρωτικά προβλήματα που αντιμετώπιζε η ελληνική οικονομία πριν από την υιοθέτηση του ενιαίου νομίσματος, (απώλεια φορολογικών εσόδων λόγω συστηματικής φοροδιαφυγής, συρρίκνωση της παραγωγικότητας που καθιστούσε τα ελληνικά προϊόντα και υπηρεσίες λιγότερο ανταγωνιστικά κλπ) ήταν εκείνα που βύθισαν το έθνος σε υπέρογκο δανεισμό κατά τη διάρκεια της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2007. Ξεκινώντας τότε η παγκόσμια ύφεση αποκάλυψε την πραγματική φύση των οικονομικών προβλημάτων της Ελλάδας αποδυναμώνοντας τα ήδη πενιχρά φορολογικά έσοδά της, γεγονός που προκάλεσε επιδείνωση του ελλείμματος. Το 2010, οι οργανισμοί χρηματοοικονομικής αξιολόγησης των ΗΠΑ σφράγισαν τα ελληνικά ομόλογα με βαθμό υψηλού κινδύνου αναγκάζοντας την κυβέρνηση να αναζητήσει τρόπους χρηματοδότησης, προκειμένου να αντιμετωπίσει την κρίση ρευστότητας, την οποία τελικά έλαβε με αυστηρούς όρους.

     Ίσως θα πρέπει να δεχτούμε ότι με την δημοσιονομική και νομισματική πολιτική που είχε ακολουθήσει η ελληνική κυβέρνηση κατά την δεκαετία 1980 δεν ενισχύθηκε επαρκώς η οικονομία, και η χώρα υπέφερε από πληθωρισμό, υψηλά δημοσιονομικά και εμπορικά ελλείμματα, χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και κρίσεις συναλλαγματικών ισοτιμιών. Η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ) φάνηκε να προσφέρει μια λάμψη ελπίδας στην κατεύθυνση ότι η νομισματική ένωση που υποστηρίζεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) θα μειώσει τον πληθωρισμό, θα βοηθήσει στη μείωση των ονομαστικών επιτοκίων, θα ενθαρρύνει τις ιδιωτικές επενδύσεις δίνοντας ώθηση στην οικονομική ανάπτυξη. Επιπλέον, μας άφησαν να ελπίζουμε ότι το ενιαίο νόμισμα θα εξαλείψει πολλά κόστη συναλλαγών, αφήνοντας περισσότερα χρήματα για το έλλειμμα και τη μείωση του χρέους μας, χωρίς να μας διασαφηνίσουν ποτέ ότι η αποδοχή στην Ευρωζώνη έγινε υπό όρους και μάλιστα δυσμενείς αφού από όλες τις χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Ελλάδα χρειαζόταν τη μεγαλύτερη διαρθρωτική προσαρμογή για να συμμορφωθεί με τις κατευθυντήριες γραμμές της Συνθήκης του Μάαστριχτ του 1992 που περιόριζε τα κρατικά ελλείμματα στο 3% του ΑΕΠ και το δημόσιο χρέος στο 60% του ΑΕΠ

     Με αυτά τα δεδομένα η Ελλάδα έγινε αποδεκτή στην ΟΝΕ το 2001, με ψευδή στοιχεία, καθώς το έλλειμμα και το χρέος της δεν ήταν πουθενά εντός των ορίων του Μάαστριχτ, ελπίζοντας αφενός η ίδια ότι η ένταξή της θα ενίσχυε την οικονομία, επιτρέποντας στη χώρα να αντιμετωπίσει τα δημοσιονομικά της προβλήματα και αφετέρου οι εταίροι της ΟΝΕ ότι με πειραματόζωο το πλέον προβληματικό μέλος της θα αντιμετώπιζαν σενάρια ακραίων δημοσιονομικών καταστάσεων. Μάλιστα το 2004, η ελληνική κυβέρνηση παραδέχτηκε ανοιχτά ότι τα στοιχεία του προϋπολογισμού της είχαν κωδικοποιηθεί έτσι ώστε να πληρούν τις προϋποθέσεις εισόδου στο ενιαίο νόμισμα της Ευρωζώνης. Το άσχημο είναι ότι οι πολιτικοί μας, μέσα στην απόλυτη πολιτική τους ανυπαρξία, πίστεψαν ότι οι εταίροι μας, εν γνώσει όλων των ανωτέρω, στήριξαν την ένταξή μας, ενώ η αλήθεια είναι ότι μας «έσυραν» στην ένταξη.

     Από τη  άλλη μεριά η αποδοχή της Ελλάδας στην Ευρωζώνη είχε και συμβολική σημασία, καθώς πολλές τράπεζες και επενδυτές πίστευαν ότι το ενιαίο νόμισμα θα εξάλειπτε τις διαφορές μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών. Έτσι ξαφνικά για το μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του 2000, η Ελλάδα έγινε ένα ασφαλές μέρος για επενδύσεις, γεγονός που μείωσε σημαντικά τα επιτόκια με τα οποία έπρεπε να πληρώνει η ελληνική κυβέρνηση. Επίσης με τέτοιο καθεστώς η Ελλάδα ήταν σε θέση να δανειστεί με πολύ φθηνότερο επιτόκιο από ό,τι πριν από το 2001, τροφοδοτώντας παράλληλα μια αύξηση δαπανών, χωρίς βέβαια αυτές οι δαπάνες να αποτελούν την κύρια αιτία των δημοσιονομικών προβλημάτων.

     Κύρια, τα δημοσιονομικά προβλήματα της Ελλάδας προήλθαν από την έλλειψη εσόδων που οφειλόταν σε μεγάλο μέρος στην συστηματική φοροδιαφυγή. Βέβαια η ένταξη στην Ευρωζώνη βοήθησε την ελληνική κυβέρνηση να δανειστεί φθηνά και να χρηματοδοτήσει τις δραστηριότητές της ελλείψει επαρκών φορολογικών εσόδων. Ωστόσο, η χρήση ενός ενιαίου νομίσματος ανέδειξε μια διαρθρωτική διαφορά μεταξύ της Ελλάδας και άλλων χωρών μελών, ιδίως της Γερμανίας, και επιδείνωσε τα δημοσιονομικά προβλήματα της κυβέρνησης. Σε σύγκριση με τη Γερμανία, η Ελλάδα είχε πολύ χαμηλότερο ποσοστό παραγωγικότητας, καθιστώντας τα ελληνικά αγαθά και υπηρεσίες πολύ λιγότερο ανταγωνιστικά καθιστώντας έτσι τα γερμανικά προϊόντα και υπηρεσίες σχετικά φθηνότερα από αυτά στην Ελλάδα. Έχοντας εγκαταλείψει την ανεξάρτητη νομισματική πολιτική, λόγω ένταξης στην ΟΝΕ, η Ελλάδα δεν θα μπορούσε πλέον να υποτιμήσει το νόμισμά της σε σχέση με αυτό της Γερμανίας πράγμα που συνέβαλε στην επιδείνωση της Ελλάδας. Και ενώ η γερμανική οικονομία επωφελήθηκε από τις αυξημένες εξαγωγές προς την Ελλάδα, οι τράπεζες, συμπεριλαμβανομένων των γερμανικών τραπεζών, επωφελήθηκαν από τον ελληνικό δανεισμό για τη χρηματοδότηση φθηνών εισαγόμενων γερμανικών προϊόντων και υπηρεσιών.

     Τελικά η διάσωση της Ελληνικής οικονομίας από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τους Ευρωπαίους πιστωτές εξαρτήθηκε από τις μεταρρυθμίσεις του ελληνικού προϋπολογισμού με αυστηρά μέτρα λιτότητας, συγκεκριμένα από περικοπές δαπανών, μισθών, συντάξεων και υψηλότερα φορολογικά έσοδα, δημιουργώντας εκτός των άλλων και μια ανθρωπιστική κρίση.

     Εκείνο που δεν μπορούσαν να αντιληφθούν οι ελληνικές κυβερνήσεις των δέκα τελευταίων ετών, ή προσποιούνταν ότι δεν καταλάβαιναν, ήταν ότι τα μέτρα δεν χρησίμευαν για να βοηθήσουν την ελληνική οικονομία να επανέλθει αλλά μόνο και μόνο για να διασφαλίσουν τους πιστωτές, πράγμα που επίσημα το ΔΝΤ παραδέχτηκε στο πρόσφατο παρελθόν. Ακόμη και η «επικεφαλής» του Ευρωπαϊκού Διευθυντηρίου και της Γερμανικής Καγκελαρίας υποστήριξε πρόσφατα με περισσό θράσος και αλητεία ότι οι εταίροι φέρθηκαν πολύ σκληρά στην Ελλάδα. Μια δήλωση που θα μπορύσε να αποτελέσει την απαρχή μιας σειράς οικονομικών επανορθώσεων για τη Χώρα μας.

     Τελειώνοντας, να τονίσω και το γεγονός ότι η ένταξή μας στην Ευρωζώνη επέτρεψε στη χώρα να κρυφτεί από τα διαρθρωτικά ζητήματα που είχε, για ένα χρονικό διάστημα δημιουργώντας έτσι μια κρίση χρέους για την οποία κανένας από τους δύο διεκδικητές  της εξουσίας και κύριους υπεύθυνους δεν κάνει λόγο στα πανηγύρια και τις στημένες συνεντεύξεις στα πλαίσια της ΔΕΘ.