ΒΩΒΟΥΣΑ

                      Απόσπασμα από το βιβλίο του Χρήστου Ράπτη
                                       "Από την Τσουρίλα το 1912"

                                                                                                  Σταθμάρχης στη Βωβούσα στις 1 Σεπτεμβρίου 1940 με τους χωροφύλακες
                                                                                          Τηλ. Κάτσενο (αριστερά), Γ. Ζαχαρόπουλο (κέντρο), Χρ. Τσάση (δεξιά)
                                                                                                                και τον υπάλληλο του Σταθμού Αθ. Νούσια

Ξημερώματα στις 28 Οκτώβρη ξύπνησα από το κουδούνισμα του τηλεφώνου. Σήκωσα το ακουστικό και άκουσα στην άλλη άκρη του σύρματος τον Σταθμάρχη Διστράτου, τον Υπενωμοτάρχη Κλεόβουλο Βλαδίκα να μου λέει ότι οι Ιταλοί από τα μεσάνυχτα μπήκαν στο ελληνικό έδαφος, κηρύσσοντας τον πόλεμο κατά της Ελλάδας. Στο άκουσμα αυτής της πολύ δυσάρεστης είδησης ταράχτηκα, αν και γνωρίζαμε από τα ραδιόφωνα ότι τον Σεπτέμβρη του 1939 είχε γίνει εισβολή των ιταλικών στρατευμάτων στην Αλβανία η οποία είχε καταληφθεί, ανήμερα της γιορτής της Μεγαλόχαρης το 1940 είχε τορπιλιστεί το πολεμικό μας πλοίο "Έλλη» στην Τήνο και ότι επίκειται ενδεχόμενα και κήρυξη πολέμου κατά της Ελλάδας.

Ξύπνησα τους χωροφύλακες και από το τηλέφωνο ακούγαμε τις ειδήσεις από το μέτωπο των συνόρων μας με την Αλβανία, όπου είχαν ήδη αρχίσει οι μάχες. Από τον διοικητή της Υποδιοίκησης Μετσόβου, τον υπομοίραρχο Κούρτη, έλαβα τηλεφωνική διαταγή να ανοίξω τον απόρρητο φάκελο που τηρούσα στο αρχείο μου, να τον μελετήσω και να εφαρμόσω τις οδηγίες για τις ενέργειες των αστυνομικών αρχών σε περίπτωση κήρυξης πολέμου κατά της χώρας. Όλες οι στρατιωτικές, αστυνομικές και διοικητικές αρχές και ο λαός ήταν σε κατάσταση συναγερμού και επί ποδός πολέμου.

                                                     Χρόνια μετά, συνταξιούχος πλέον, στη θολωτή γέφυρα του Αώου στη Βωβούσα αναπολώντας τα χρόνια της θύελλας

Περάσαμε μέρες αγωνίας και επιφυλακής, μοιράζοντας φύλλα πορείας στους στρατεύσιμους κατευθύνοντας τους προς τα πλησιέστερα κέντρα κατάταξης. Το μεσημέρι στις 3 Νοέμβρη έφθασαν στη Βωβούσα τα απομεινάρια του διαλυμένου λόχου προκάλυψης του έφεδρου Λευκαδίτη Λοχαγού Παππά, δασκάλου στο επάγγελμα, αποτελούμενου από πενήντα περίπου ρακένδυτους και πεινασμένους οπλίτες, μαζί με τον Σταθμάρχη Διστράτου Βλαδίκα και τους χωροφυλακές του. Αμέσως μαζί με τους άνδρες του Σταθμού Διστράτου μαζέψαμε από τους χωριανούς ψωμί και τρόφιμα καθώς και παλιά παπούτσια για τους ανυπόδητους φαντάρους. Έφαγαν πρόχειρα και αμέσως καθοδηγούμενοι από τον λοχαγό τους πήραν θέσεις μάχης πίσω από τα δέντρα στη δυτική όχθη του Αώου όπου και εγκατέστησαν το μοναδικό οπλοπολυβόλο που είχαν. Μαζί τους πήραμε θέσεις και όλοι εμείς οι αστυνομικοί και περιμέναμε να φανούν οι Ιταλοί. Είχε αρχίσει να νυχτώνει όταν διακρίναμε στο απέναντι πλάτωμα τις προφυλακές των Ιταλών. Είχαμε διαταχθεί από τον λοχαγό να μην πυροβολήσουμε πριν δώσει αυτός διαταγή. Αφήσαμε τους Ιταλούς στρατιώτες να πλησιάσουν, μερικοί από αυτούς είχαν τα όπλα τους στο σβέρκο, όπως οι τσοπάνηδες τις γκλίτσες και όταν έφτασαν στο ίσιωμα προς το χωριό ακούσαμε το πρώτο κροτάλισμα του οπλοπολυβόλου μας. Ακολούθησε καταιγίδα πυροβολισμών και τη μεριά μας οι Ιταλοί αιφνιδιάστηκαν, δεν περίμεναν αντίσταση εκεί, και σκόρπισαν στα γύρω δέντρα να κρυφτούν. Τα πυρά μας σταμάτησαν και μόνο αραιοί πυροβολισμοί συνεχιζόταν. Δεν κουνήθηκε κανείς μας από τις θέσεις που μας έταξε ο λοχαγός. Ο Αώος μας χώριζε από τον απέναντι δρόμο Βωβούσας-Διστράτου από όπου έρχονταν οι Ιταλοί. Κατά τα μεσάνυχτα ακούσαμε θορύβους και διαπιστώσαμε ότι οι Ιταλοί είχαν φέρει βάρκες για να περάσουν τον πλημμυρισμένο Αώο προς το μέρος μας. Πυροβολισμοί από τους άντρες μας που φύλαγαν τη θολωτή γέφυρα τους ανάγκασαν να οπισθοχωρήσουν άπρακτοι. Κατά τις τρεις το πρωί έφθασε αγγελιαφόρος στον σταθμό και ζήτησε τον λοχαγό Παππά. Του ανέφερε ότι δύο τάγματα πεζικού έρχονταν από τις Πολιτσές προς τη Βωβούσα για ενίσχυση του. Η χαρά μας ήταν απερίγραπτη βλέποντας ότι με το φως της μέρας οπότε οι Ιταλοί θα αναλάμβαναν δράση, εμείς θα ήμασταν σοβαρά ενισχυμένοι.

Τα χαράματα κατέφθασαν οι στρατιώτες των δύο ταγμάτων και στρατοπέδευσαν έξω από το χωριό. Δεν ήταν πεζικάριοι, αλλά ιππείς της Μεραρχίας Ιππικού Σερρών, είχαν εγκαταλείψει τα άλογα τους στις Πολιτσές τους γυλεούς τους στα μονοπάτια που οδηγούσαν στην Βωβούσα, και μόνο με τα όπλα και τα πυρομαχικά τους βιαζόταν να προλάβουν τους Ιταλούς πριν περάσουν την γέφυρα του Αώου. Γιατί υπήρχε ο κίνδυνος περνώντας μέσα από τα απέραντα δάση, να ξεχυθούν μέχρι το Μέτσοβο όπου και θα μπορούσαν άνετα να αποκόψουν το δημόσιο δρόμο Μετσόβου-Καλαμπάκας εμποδίζοντας έτσι τις κινήσεις εφοδιασμού και ενισχύσεων του στρατού μας. Ξημέρωμα της 4ης Νοέμβρη ο στρατός μας πέρασε ανενόχλητος τη γέφυρα, και όρμησε ακάθεκτος προς το απέναντι μονοπάτι που έφερνε τους Ιταλούς από το Δίστρατο. Επακολούθησαν μάχες, οι Ιταλοί αιφνιδιάστηκαν και οπισθοχώρησαν άτακτα αφήνοντας πίσω τους νεκρούς και εφόδια. Στην άτακτη φυγή τους η μονάδα πυροβολικού του Παπανικολάου από το απέναντι βουνό της Λάιστας τους αποδεκάτισε με τις βολές του. Ειδοποιήθηκα τότε από κάποιον κάτοικο του χωριού ότι στο απέναντι ίσιωμα που πυροβολήθηκαν το προηγούμενο βράδυ οι Ιταλοί, ήταν τρία πτώματα. Έτρεξα με τον χωροφύλακα Χρήστο Τσάση και βρήκαμε νεκρούς έναν Ανθυπολοχαγό και δύο στρατιώτες Ιταλούς, τους οποίους κάτοικοι του χωριού έθαψαν επιτόπου κατά παραγγελία μου. Σε αυτόν τον θύλακα από Δίστρατο μέχρι Βωβούσα, είχε εισχωρήσει κατά τη διάρκεια της νύχτας ολόκληρη η Μεραρχία «Τζούλια» των Ιταλών, και θα είχαν συλληφθεί αιχμάλωτοι οι περισσότεροι των ανδρών της, δεδομένου ότι σε αυτόν τον θύλακα είχαν καταφθάσει και άλλες ελληνικές δυνάμεις που έρχονταν συνεχώς από τη Μακεδονία. Διέφυγαν όμως την αιχμαλωσία οδηγούμενοι από ντόπιους κατοίκους μέσα από κρυφά μονοπάτια........


Τελευταία Ενημέρωση (Παρασκευή, 09 Δεκέμβριος 2016 18:47)